Lasik ή PRK; Ποιες είναι οι διαφορές;

Είναι μια ερώτηση που μας κάνουν αρκετά συχνά οι ασθενείς που έρχονται στο κέντρο μας για διαθλαστική χειρουργική επέμβαση. Πρέπει να καταλάβετε ότι τόσο η LASIK όσο και η PRK χρησιμοποιούν το ίδιο laser, το excimer laser, για να αναμορφώσουν τον κερατοειδή σας ώστε να βελτιώσετε την όρασή σας, είτε έχετε μυωπία, υπερμετρωπία ή αστιγματισμό.

Η PRK (Photo refractive keratectomy) είναι ένας τύπος χειρουργικής επέμβασης ματιών με laser που έχει σχεδιαστεί για τη διόρθωση προβλημάτων όρασης. Η PRK προηγήθηκε μίας επέμβασης laser που ονομάζεται LASIK (laser-assisted-in-situ keratomileusis), αλλά η PRK εξακολουθεί να εκτελείται συχνά και τακτικά σήμερα. H LASIK έχει την ίδια συνολική επίδραση με την PRK. Eίναι ένας ελαφρώς διαφορετικός τρόπος για να διορθωθεί η όραση. Και οι δύο χειρουργικές επεμβάσεις αλλάζουν το σχήμα του κερατοειδούς.

Ποιες είναι οι διαφορές;

Στη LASIK, ο χειρουργός οφθαλμίατρος κάνει μια τομή (στην περίπτωση της Femto Lasik με ειδικό femtosecond laser) στον κερατοειδή ώστε να δημιουργήσει ένα πτερύγιο ιστού (κρημνός ή flap). Ο κρημνός του ιστού ανυψώνεται έτσι ώστε το laser να μπορεί να αναμορφώσει τα εσωτερικά στρώματα του κερατοειδούς. Το χειρουργικό laser που ελέγχεται από υπολογιστή ανασχηματίζει προσεκτικά τα στρώματα του κερατοειδούς για την αποκατάσταση των ατελειών στην καμπυλότητα του που οδηγούν σε παραμορφωμένη όραση. Ο κρημνός του κερατοειδούς τοποθετείται στη θέση του και θεραπεύει το ανασχηματισμένο τμήμα του κερατοειδούς σε λίγες μέρες.

Στην PRK, ο χειρουργός οφθαλμίατρος δεν δημιουργεί κρημνό. Αντ ‘αυτού, το εξωτερικό στρώμα του κερατοειδούς απομακρύνεται για να εκθέσει μια περιοχή ώστε να αναμορφωθεί με το laser. Αυτό καθιστά την PRK καλύτερη επιλογή για ανθρώπους των οποίων τα μάτια πληρούν ορισμένα κριτήρια, όπως η ύπαρξη λεπτών κερατοειδών ή χρόνιας ξηροφθαλμίας.

Οι σημαντικότερες διαφορές μεταξύ PRK και LASIK είναι η αρχική δυσφορία και η ταχύτητα της οπτικής αποκατάστασης. Η αποκατάσταση από την PRK διαρκεί λίγο περισσότερο από ό,τι με την LASIK, επειδή το εξωτερικό στρώμα του κερατοειδούς χρειάζεται χρόνο για να θεραπευτεί.

Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου αποκατάστασης, ο ασθενής PRK λαμβάνει οφθαλμικές σταγόνες (αντιβιοτικές και αντιφλεγμονώδεις) για την προαγωγή της επούλωσης και τη μείωση της δυσφορίας μετά από τη χειρουργική επέμβαση στα μάτια. Οι σταγόνες συνήθως συνταγογραφούνται για αρκετούς μήνες μετά τη χειρουργική επέμβαση. Οι ασθενείς με PRK θα περιμένουν μία έως τρεις ημέρες για να υποχωρήσει η δυσφορία, η θόλωση και άλλες μεταχειρουργικές επιδράσεις και θα χρειαστούν έως και έξι μήνες ώστε η όραση να φτάσει στην απόλυτη οξύτητα.

Η αποκατάσταση από LASIK είναι πολύ πιο γρήγορη. Η δυσφορία μετά τη χειρουργική επέμβαση LASIK είναι συνήθως ήπια και βραχυπρόθεσμη. Οι περισσότεροι ασθενείς αναφέρουν ότι βλέπουν κανονικά μετά από μερικές ώρες, αν και η όραση τους συνεχίζει να βελτιώνεται σταδιακά.

Και τα δύο χειρουργεία είναι ασφαλή και αποτελεσματικά και φέρουν ένα πολύ υψηλό ποσοστό ικανοποίησης των ασθενών. Η επιλογή μεταξύ PRK και LASIK είναι μια απόφαση που γίνεται καλύτερα σε συνεννόηση με έναν οφθαλμίατρο ο οποίος ειδικεύεται στη χειρουργική επέμβαση ματιών με laser. Τα καλά νέα είναι ότι η εμπειρία έχει δείξει ότι όποια μέθοδο και αν επιλέξετε, είναι πιθανό να είστε πολύ ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα!

Διόρθωση ματιών με laser: Τα βασικά

Yπάρχει μεγάλη σύγχηση γύρω από τη χειρουργική επέμβαση ματιών με λέιζερ τον τελευταίο καιρό. Είναι αρκετά δύσκολο για τον ασθενή να επιλέξει τη σωστή μέθοδο επέμβασης. Σε αυτό το blog θα εξηγήσουμε κάποιες έννοιες, σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσουμε τη σύγχυση.
Για να κατανοήσουμε τις μεθόδους, πρέπει πρώτα να έχουμε μια γενική κατανόηση των διαφορετικών τύπων οφθαλμικών προβλημάτων. Ο ευκολότερος τρόπος για να κατανοήσετε τα βασικά προβλήματα των ματιών είναι να μάθετε λίγο για την οπτική, η οποία είναι ουσιαστικά η μελέτη της συμπεριφοράς των ακτίνων φωτός.

Βασικές γνώσεις οπτικής

Ένα μάτι με μυωπία είναι κατά κανόνα ανατομικά μεγαλύτερο από ένα φυσιολογικό μάτι. Επομένως, όταν ένα μυωπικό μάτι κοιτάει το ίδιο αντικείμενο, οι ακτίνες φωτός από το αντικείμενο «δεν φτάνουν» στον αμφιβληστροειδή, συγκεντρώνονται σε κάποιο σημείο μπροστά από αυτό παράγοντας μια θολή εικόνα. Αυτή η κατάσταση διορθώνεται με μείοντες – (κοίλους) φακούς. Δεν υπάρχει τρόπος να μειώσουμε πραγματικά το μέγεθος του ματιού, αντ ‘αυτού το χρησιμοποιείται το excimer laser για να αφαιρέσει μικροσκοπικές ποσότητες ιστού από το κέντρο του κερατοειδή, ώστε οι φωτεινές ακτίνες να έχουν μικρότερη απόσταση για να ταξιδέψουν και να εστιαστούν πάνω στον αμφιβληστροειδή.

Ένα μάτι με υπερμετρωπία είναι συνήθως ανατομικά μικρότερο από ένα φυσιολογικό μάτι. Επομένως, όταν ένα υπερμετρωπικό μάτι κοιτάζει το ίδιο αντικείμενο, οι ακτίνες φωτός από το αντικείμενο «ξεπερνάνε» τον αμφιβληστροειδή και συγκεντρώνονται σε ένα σημείο πίσω ​​από αυτόν παράγοντας θολή εικόνα. Αυτή η κατάσταση διορθώνεται με συν + (κυρτούς) φακούς. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να επιμηκυνθεί το μάτι, οπότε το excimer laser χρησιμοποιείται για να αφαιρέσει τις μικροσκοπικές ποσότητες ιστού στην περιφέρεια του κερατοειδή, έτσι ώστε οι ακτίνες φωτός να έχουν μεγαλύτερη απόσταση για να ταξιδέψουν και να εστιαστούν πάνω στον αμφιβληστροειδή.

Ένα μάτι με αστιγματισμό έχει έναν κερατοειδή που δεν είναι ομοιόμορφος. Αντίθετα, υπάρχουν πιο απότομα και πιο επίπεδη μέρη σε ορισμένες περιοχές, γνωστές ως μεσημβρινοί, οι οποίες συνήθως απέχουν 90 μοίρες. Όταν ένα αστιγματικό μάτι κοιτάει το ίδιο αντικείμενο, οι ακτίνες φωτός από το αντικείμενο έρχονται σε μια γραμμή εστίασης (αντί για σημείο εστίασης όπως στην μυωπία και την υπερμετρωπία). Αυτό παράγει μια εικόνα που μπορεί να φαίνεται επιμηκυμένη ή θολή. Η κατάσταση αυτή διορθώνεται με κυλινδρικούς φακούς σε γυαλιά και με τορικούς ή σκληρούς φακούς επαφής. Το excimer laser χρησιμοποιείται για την αφαίρεση μικροσκοπικών ποσοτήτων του κερατοειδούς ιστού ώστε να δημιουργηθεί μια πιο ομοιόμορφη σφαιρική επιφάνεια του κερατοειδούς.

myopia-ypermetropia-astigmatismos

Ένα μάτι με πρεσβυωπία δεν είναι σε θέση να «προσαρμοστεί» για να δει κοντά τα αντικείμενα. Αυτό συμβαίνει συνήθως μέτα την ηλικία των 40 ετών. Πριν από την ηλικία των 40 ετών, όταν βλέπετε κοντινά αντικείμενα, ο φυσικός φακός του ματιού αλλάζει σχήμα που επιτρέπει την προσαρμογή κατά τη διάρκεια κοντινής εργασίας. Μετά την ηλικία των 40 ετών, ο φακός του ματιού αρχίζει να χάνει την ελαστικότητά του και οι μύες των ματιών γίνονται ασθενέστεροι, έως ότου τελικά δεν μπορεί να επιτευχθεί προσαρμογή, κάνοντας τα κοντινά αντικείμενα θολά. Αυτή η κατάσταση διορθώνεται με γυαλιά ανάγνωσης, με συν + (κυρτούς) φακούς.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, όταν ο κερατοειδής έχει επανασχεδιαστεί με ακρίβεια κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης με laser, οι ακτίνες φωτός οδηγούνται σε μια διορθωμένη εστίαση στον αμφιβληστροειδή. Αυτό παράγει μια καθαρότερη εικόνα χωρίς την ανάγκη για γυαλιά ή φακούς επαφής.

Κάθε ασθενής διαθέτει ένα μοναδικό οπτικό σύστημα. Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που καθορίζουν ποια μέθοδος επέμβασης laser συνιστάται για τη συγκεκριμένη οπτική εκτροπή. Οι βαθμοί, ο τύπος καμπυλότητας του κερατοειδούς, το πάχος του κερατοειδούς και η ιατρική υγεία του οφθαλμού παίζουν ρόλο στην απόφαση αυτή. Ένας άλλος παράγοντας είναι ο τρόπος ζωής των ασθενών. Επομένως, ο τύπος της διαδικασίας θα πρέπει να επιλέγεται μετά από μια πλήρη ιατρική εξέταση των ματιών και συζήτηση μεταξύ χειρουργού και ασθενούς.

Το εάν αυτή η μέθοδος ή όχι συνιστάται, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σχήμα και το πάχος του κερατοειδούς χιτώνα. Αυτό προσδιορίζεται κατά τη διάρκεια των προεγχειρητικών διαγνωστικών εξετάσεων που διενεργούνται στο Κέντρο Όρασης Ηπείρου. Μπορείτε να μάθετε για τις εξετάσεις αυτές στη σελίδα μας για τη διαθλαστική χειρουργική.

Κατά τη διάρκεια της LASIK, ο κερατοειδικός ιστός κάτω από τον κρημνό (flap) σμιλεύεται με ακρίβεια τετάρτου του μικρού (μm) από το excimer laser. Ο μέσος κερατοειδής έχει πάχος περίπου 490-600 μικρών. Υπάρχει μια ορισμένη ποσότητα ιστού που πρέπει να παραμείνει στο στρόμα του κερατοειδούς. Η συνιστώμενη ποσότητα είναι περίπου 250 μικρά. Για κάθε διοπτρία ισχύος (βαθμό), απομακρύνονται περίπου 12,5 μικρά ιστού για τους μυωπικούς ασθενείς. Ως εκ τούτου, όσο υψηλότερη είναι οι βαθμοί, τόσο περισσότερα μικρά κερατοειδούς ιστού πρέπει να αφαιρεθούν. Επομένως, το πάχος παίζει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της καλύτερης μεθόδου για τον ασθενή.

Η μετεγχειρητική ταλαιπωρία διαφέρει μεταξύ των μεθόδων. Τόσο στη LASIK όσο και στη PRK χρησιμοποιείται το ίδιο excimer laser για την σμίλευση του κερατοειδούς χιτώνα. Η διαφορά μεταξύ αυτών των μεθόδων έγκειται στη διαδικασία πρίν το excimer laser. Θα διερευνήσουμε αυτές τις διαφορές, λεπτομερώς, καθώς και άλλες μεθόδους χειρουργικών επεμβάσεων με laser σε επόμενες αναρτήσεις του blog.

 

Διόρθωση ματιών με λέιζερ: Ποσοστό επιτυχίας ή αλλιώς τι σημαίνει μία επιτυχημένη επέμβαση για τον καθένα μας.

, , , , ,